δελτωτός

δελτωτός
-ή, -ό (AM δελτωτός, -ή, -όν) [δέλτα]
1. αυτός που έχει το σχήμα τού γράμματος Δ («ἡ δὲ 'Ρόδος ἡ νῆσος... δελτωτὴ τὸ σχῆμα»)
2. ο αστερισμός τού τριγώνου
νεοελλ.
το ουδ. ως ουσ. το δελτωτό (ν)
ο πλωτήρας τού δρομόμετρου με το οποίο μετριέται η ταχύτητα τού πλοίου
μσν.
το ισοσκελές τρίγωνο.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • δελτωτῶν — δελτωτός in the shape of the letter fem gen pl δελτωτός in the shape of the letter masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δελτωτόν — δελτωτός in the shape of the letter masc acc sg δελτωτός in the shape of the letter neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δελτωτοῦ — δελτωτός in the shape of the letter masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δελτωτή — δελτωτός in the shape of the letter fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δελτωτῷ — δελτωτός in the shape of the letter masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”